Une promenade..

..ένα δώρο από εμένα για ‘μένα.

Ανεβαίνοντας  χαρούμενη το βουνό με το στέρεο να παίζει αυτό.

Τραγουδώντας και γελώντας μέσα σε ένα άδειο αμάξι, σε ένα ακόμα πιο άδειο βουνό.

Παγετός. Μα πρώτη φορά δε με πείραξε που τα χέρια μου δεν τα ένιωθα.

Ουρανός. Οξυγόνο. Μυρίζει ξύλο. Μυρίζει αγάπη.

Ένας σκύλος με το αφεντικό του, να τρέχουν παρέα. Τι ιστορία να κρύβει η σχέση τους;!

Ένα μυαλό που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Θέλω ένα τετράδιο να καταγράψω τα συναισθήματα μου.

Έρωτας, μοναξιά, χαρά, ευγνωμοσύνη. Για τη ζωή, για τους ανθρώπους, για όλα όσα έχω.

Απόλυτη σιωπή. Μετράω την ανάσα μου. Γαλήνη.

Χρόνος μόνο για ‘μένα. Δεν θα ήθελα να βρίσκομαι πουθενά αλλού αυτή τη στιγμή.

Λυτρωτικό να μην φοβάσαι τη μοναξιά σου και τις σκέψεις που μέσα στην ησυχία τις νιώθεις να φωνάζουν, σωστά;!

Ένα αυθόρμητο μειδίαμα χαμόγελου. Πόσο μικροί είμαστε;!

Μα πόσο θαρραλέοι που επιβιώνουμε στο χαώδη αυτό κόσμο;

Σηκώνω τα χέρια. Θα ήθελα να μπορούσα να αγκαλιάσω τον ουρανό.

Να χτίσω ένα σπίτι από ξύλο στην καρδιά του βουνού. Να με ζεσταίνει τις άγριες νύχτες η φωτιά.

Να ανοίγω τα μάτια μου και να βλέπω κάθε μέρα το δώρο που μου έκανε η ζωή.

 

cx5rdejucaa4u6q

 

Αν κάτι θέλω την χρονιά που έρχεται είναι υγεία.

Σε εμένα, στους ανθρώπους που αγαπώ, στον κόσμο όλο.

 

Αισιόδοξη Χρονιά με πολλά χρώματα ~

New era

Βγαίνω νύχτα, κοιμάμαι πρωί. Νιώθω ξανά 18 τελευταία. Θέλω να ρουφήξω τη ζωή ως το μεδούλι. Συνομήλικοι μου άνοιξαν σπίτια, γκαστρώθηκε το εικοσάχρονο από τον κηπουρό και νομίζει ότι είναι του γκόμενου. Άι να τους πεις για ‘μένα. Ότι ακόμα πίνω μαύρο, ότι ξυπνάω μετά από μεθύσια σε σπίτια που δεν ξέρω. Ότι γουστάρω ρε φίλε τη ζωή που κάνω κι ας σου φαίνεται εσένα επιφανειακή.

Παρά ταύτα κανείς δε γλίτωσε από απογοητεύσεις σ’ αυτή τη ζωή. Την καρδιά μου μια μέρα την είδα στο πιάτο. Μαχαιρωμένη. Ματωμένη. Πιο πονεμένη από ποτέ. Τη μάζεψα σιγά σιγά, την κόλλησα. Δύσκολη διαδικασία και χρονοβόρα. Χαίρομαι που την είδα σπασμένη, όσο αλλόκοτο κι αν ακούγεται. Αν δεν έφτανα στον πάτο, δεν θα μάθαινα ποτέ τον τρόπο να ανέβω.

Πέρασε καιρός για να καταλάβω ότι το σπίτι σου είσαι εσύ. Η αναπνοή σου. Το δέρμα σου. Η ευγένεια σου. Όχι η πατρίδα σου, αυτή που δε σ’ αγάπησε. Όχι η φίλη που γνωρίζεις απ’ τα πέντε σου. Εσύ είσαι το σπίτι σου. Το σύμπαν όλο. Το είναι σου. Το ευχαριστώ σου. Σαν σήμερα πριν 2 χρόνια έκανα το λάθος να θεωρήσω “σπίτι μου” κάποιον που δεν είχε χρόνο για εμένα, ούτε όρεξη, ούτε καύλες ρε παιδί μου. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος μου, η όρεξη μου, οι καύλες μου δεν εξαρτώνται από κανέναν άλλον παρά μόνο από εμένα. Δε με νοιάζει ποιος είναι εδώ, με νοιάζει που είμαι εγώ εδώ. Πιο σίγουρη από ποτέ. Πιο θυμωμένη από ποτέ. Πιο ικανή να αντικρίσω την αλήθεια μου. Να παλέψω για αυτήν. Η αλήθεια μου δεν είναι πολύ φωτεινή, ούτε πολύ μουντή, είναι ουδέτερη. Τόσο ουδέτερη όσο και ο κόσμος που ζούμε.

Μία μέρα μετά το πένθος, φόρεσα ένα μωβ φόρεμα. Λίγο πριν βγω από το σπίτι θυμήθηκα πως θέλω να περιποιηθώ τον εαυτό μου. Φόρεσα τα μαύρα σκουλαρίκια, έριξα την φανταχτερή εσάρπα στους ώμους μου και έβαλα το αγαπημένο κραγιόν μου. Ένιωσα την καρδιά μου να φουσκώνει από αγάπη, από υπερηφάνεια που τα έβγαλα πέρα και τα μάτια μου γούρλωσαν από ανακούφιση.