Ζω εδώ

Έβαλε όλη της τη μαεστρία και όλη της την φροντίδα. Τα πινέλα χόρεψαν ηδονικά στο πρόσωπο της. Ήταν άσπρο, απαλή υφή, βαθύ άγγιγμα, τόσο που ήταν λες και κάποιος έμπηγε τα δάχτυλα μέσα στο δέρμα. Ήταν πιο άγριο και από το πάθος της στιγμής, τον πρώτο ενθουσιασμό, το πρώτο καρδιοχτύπι. Μα ήταν τόσο ωραίο που μπορούσα να βυθιστώ μέσα του για ώρες. Ήταν η ταχύτητα, το μπάσο που χτυπούσε ευθεία στην καρδιά, τα ελάχιστα φωνήεντα, τα πολλά φωνήεντα. Διάβασε τις λέξεις ξανά και ξανά, ένιωσε κάτι να μπήγεται βαθιά στο στήθος της και μετά γέλασε. Οι λέξεις που κάποτε έγραψε στο χαρτί για μιαν παλιά αγάπη, τώρα της φαίνονται απίθανα γελοίες και σαν να τις έγραψες κάποιος άλλος. Πως κατέρρευσαν όλα; Είναι από παλιά αυτό ένα μυστήριο. Πώς άλλαξε των ανθρώπων η χροιά, η μυρωδιά, το σχήμα της αγκαλιάς τους. Ευτυχώς θα πω εγώ. Ευτυχώς που όλα άλλαξαν. Ευτυχώς που η καρδιά τότε, σμπαραλιάστηκε και νόμιζα πως χάλασε -πως θα την χτυπάω μια μέρα και δεν θα δουλεύει. Ευτυχώς που στάλθηκε πίσω με την δικαιολογία “λάθος παραλήπτης”.

Η ζωή μόνο μοιάζει ακόμα με τέλμα. Αλλά δεν είναι αυτό. Ούτε είναι οι ανιαρές Δευτέρες, τα κακώς κείμενα που παζαρεύουν λίγη προσοχή, τα άγχη που έχουν βάση και οι ανησυχίες που δεν έχουν. Είναι που έχω ακόμα κάτω από την γλώσσα τη δικαιολογία των 15. Που η ζωή φάνταζε κάπως πιο γλυκιά. Είναι, να, αυτό. Που νόμιζα πως θα ζω για πάντα με πατατάκια και σοκολάτες. Που θα τα διεκδικώ και θα τα έχω όλα. Που οι πτυχώσεις των ματιών θα υγραίνουν -κατά κόρον από χαρά. Κι είναι κι αυτό,το άλλο. Αυτό που δεν είναι κακό να ζεις με πατατάκια και σοκολάτες. Αυτό που δε χρειάζεται να είσαι τέλειος, που δεν πειράζει να μιλούν για τα λάθη σου. Είναι που εγώ απόψε έχω επίσημη πρεμιέρα. Είναι που γελάω όταν κλαίω. Και κλαίω όταν γελάω. Είναι που δεν είναι αγάπη αυτό που ζούμε – είναι σου λέω πανικός, ένας μικρός τιτανικός. Είναι που έπεσε έρωτας, κι ανοίξανε μπουκάλια. Είναι που μια μέρα ξύπνησα και δεν είχα τίποτα ανάγκη για να ξεδιψάσω. Ούτε καν εσένα. Ίσως μόνο λίγο κονιακ. Είναι που νομίζεις πως σε κρατάνε αλυσίδες κι αποδεικνύονται κλωστές.

krasi.kopela

γλυκό του κουταλιού σύκο~

tumblr_nim4endgop1qfxb7lo1_500

Δεν έτρεφε ποτέ κάποια ιδιαίτερη αγάπη για τα φυτά, μέχρι τη στιγμή που ερωτεύτηκε τη μιμόζα. Πρωτογνωρίστηκαν σε ένα τραγούδι, ύστερα την αντίκρισε σε μια φωτογραφία τυχαία. Αποφάσισε πως είναι καρμικό και πήγε να την αγοράσει. – Να αγοράζουμε ζωές. Λυπηρό. Αλλά και τι δεν είναι σ’ ετούτο τον κόσμο. – Δεν ήξερε ποτέ πως θα μπορούσε να αγαπήσει ένα φυτό. Ούτε ήξερε πως θα είχε τη δύναμη να ξεκινήσει από το μηδέν για ακόμα μία φορά, σα να μην ξέρει πόσο πονάει. Νόμιζε πάντα θα ξέρει να χωράει σε λέξεις όσα νιώθει. Μία ακόμα αυταπάτη από τις πολλές. Τα λάθη περίσσεψαν και είχε πειστεί πως εκείνη δεν είναι ικανή γι’ αυτά και ήταν στ’ αλήθεια καλά με αυτό. [ Στις 4 φταις. Στις 5 μου επιρρίπτω ευθύνες -το ίδιο επιθετικές με τα φιλιά σου. ] Δεν έλειπαν αγκαλιές, να προσέχεις στο δρόμο, το κινητό να χτυπάει στον ίδιο τόνο με την καρδιά. Τίποτα δεν έλειπε. Ή έτσι νόμιζε. Μέχρι που έπεσε έρωτας κι ανοίξανε μπουκάλια, τη μέρα εκείνη που οι πτήσεις ακυρώθηκαν, τα βαπόρια βούλιαξαν, τα αμάξια κόλλησαν στο μποτιλιάρισμα. Κι ένα απόγευμα που πότιζε τη μιμόζα, εκείνος στάθηκε στο μπαλκόνι της για να της δείξει πως μπορεί να γυρίσει τη Γη ανάποδα και να μετατρέψει τα σύννεφα σε ήλιο μόλις σ’ ένα λεπτό. Να φαντάζουν όλα καλά μία μέρα που το τρένο βγήκε από τις ράγες και ο επιβάτης μπήκε σε λάθος βαγόνι. Εκείνη έμεινε να κοιτάει κάποια που ήξερε πως ποτέ δεν ήταν γι’ αυτά. Δε χωρούσε αυτές τις  λέξεις στη λίστα της. Και φύσηξε τότε βαρδάρης και έφυγε, άλλαξε, γύρισε κάποια άλλη ξαναέφυγε με τον επόμενο Βαρδάρη και η ιστορία επαναλήφθηκε εκατοντάδες φορές. Πάντα φεύγει. Φεύγει όταν οι άλλοι δεν κάνουν καμία προσπάθεια να την κρατήσουν. Κι ύστερα, σε κάποιο απ’ όλα τα ταξίδια ανακάλυψε πως ο έρωτας δεν θέλει χρόνο, θέλει ταχύτητα. Και ίσως αυτό το δέρμα ταιριάζει καλύτερα με το δικό της κι ίσως αυτό την κρατήσει ετούτη τη φορά. Ή και όχι. Και γέμισε καπνούς και μέσα από τα ντουμάνια είδε μάτια. Της άξιζαν όλα τα γλυκά κουταλιού σύκο. Της άξιζαν μόνο που σήκωσε τα μάτια της κι αντίκρισε τα δικά του.

Black out

7b854e44bd7a48e8d652fd7a15f12e07

Ήταν εκεί. Από την πρώτη στιγμή, στην αδρεναλίνη που κυκλοφορούσε ανενόχλητη ως άλλη ντίβα. Τη στιγμή που δεν ένιωθε καμία μοναδικότητα, ούτε την τυπική μοναδικότητα ενός συνηθισμένου ανθρώπου.

Παίζει το τραγούδι – ύμνος. Ερωτεύομαι ξανά. Σα να μην ξέρω το αντίκτυπο που θα έχει στην καρδιά μου. Η ζωή πάντα κύκλος, τίποτα δεν θα την απογοητεύει. Πάντα θα ψάχνουμε για περισσότερα ενώ τα έχουμε όλα. Θα κυνηγάμε ανθρώπους τρύπιους για λίγες στιγμές ξεγνοιασιάς. Θα ερωτευόμαστε ομοφυλόφιλους, στραβούς, κουτσούς συναισθηματικά. Θα λέμε “δεν θέλω τίποτα” και θα τα θέλουμε όλα. Θα λέμε “ποτέ ξανά εγώ..” και την επόμενη θα το αναιρούμε. Θα γυρνάω σαν τρελή, θα νιώθω πως με καταδιώκουν, ύστερα θα πίνω αλκοόλ και θα ξεχνάω. Θα τραγουδάω μεθυσμένη και θα νιώθω ευτυχισμένη. Δεν θα καταλαβαίνει κανείς. Μονάχα οι άρρωστα κυνικοί κι οι αλκοολικοί. Θα αγαπάω πολύ εσένα και μετά θα αγαπάω μόνο εμένα. Και θα διώχνω το πρόσωπό σου από το μυαλό μου, το δέρμα σου από το δέρμα μου, το φιλί σου από τα χείλη μου. Και θα θέλω μόνο εμένα, θα σε βαριέμαι κι ας με κάνεις να γελάω, θα μας απομυθοποιήσω, θα λέω πως ο έρωτας δεν είναι για ‘μένα. Θα γελάω μόνη τα βράδια με φεγγάρι, μόνη και χωρίς φεγγάρι. Ο ήλιος θα ανατέλλει, θα δύει, τίποτα δεν θα τον απογοητεύει. Ο κόσμος θα καίγεται από έρωτα, κι οι λέξεις θα χουν χάσει το νόημα τους. Θα μιλάω και δεν θα μ’ ακούω. Θα νιώθω και θα χτυπάω το κεφάλι μου.

Τα μάτια δάκρυσαν μία μέρα ή μια νύχτα που έμοιαζε ίδια με όλες τις προηγούμενες. Για να μάθει πως η ζωή δεν έχει happy endings. Λυπηρό. Μα και τι δεν είναι σ’ αυτή τη ζωή; Για να μάθει πως ο ήλιος κάποτε θα δύσει για πάντα και την θάλασσα δεν μπορείς να τη χωρέσεις στη χούφτα σου. Ούτε την αγάπη να τη βάλεις στην τσέπη σου ένα όμορφο πρωινό. Κάποιο επόμενο θα είναι μουντό και βροχερό και η τσέπη θα σκιστεί.

Μα εγώ. Εγώ έχω έναν Ιανουάριο που με καταδιώκει. Δεν ξέρω τι να κάνω μαζί του. Η νύχτα με καταπίνει. Ερωτεύτηκα ξανά, από το πουθενά. Έχω βάλει 5η ταχύτητα και πάω. Σε θέλω.